
Για σχεδόν δύο δεκαετίες, αρκετά από τα άτομα που συνελήφθησαν στην πρόσφατη επιχείρηση της Δίωξης Ναρκωτικών στο Ζεφύρι είχαν βρεθεί ξανά αντιμέτωπα με τον νόμο, είτε για κατοχή είτε για διακίνηση ναρκωτικών. Για 20 χρόνια έδιναν «παρών» σε αστυνομικά τμήματα καθώς είχαν συλληφθεί με μικρές ή μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών και παρόλα αυτά έμεναν εκτός φυλακής. Αυτή τη φορά, όμως, η Δικαιοσύνη στάθηκε ιδιαίτερα αυστηρή, με αποτέλεσμα από τους 17 συλληφθέντες, οι 11 να κριθούν προφυλακιστέοι – εξέλιξη που… εξέπληξε ακόμα και τους ίδιους.
«Μόνο μια έγκυος γυναίκα και κάποια άτομα μεγαλύτερης ηλικίας αφέθηκαν ελεύθερα», αναφέρει αστυνομικός που συμμετείχε στη μεταγωγή των κατηγορουμένων στα δικαστήρια της πρώην σχολής Ευελπίδων. Το γεγονός αυτό πυροδότησε πολλές συζητήσεις στους κύκλους της ΕΛ.ΑΣ., καθώς δείχνει μια πιθανή αλλαγή στην προσέγγιση των αρχών απέναντι σε τέτοιου είδους εγκληματικές οργανώσεις.
Η επιχείρηση, που οργανώθηκε και εκτελέστηκε με μεθόδους παρακολούθησης «παλιάς κοπής», χωρίς εκτεταμένη χρήση σύγχρονων τεχνολογικών μέσων, είχε στόχο την εξάρθρωση μιας «οικογενειακής» σπείρας. Παρότι η ποσότητα των κατασχεθέντων ναρκωτικών δεν ήταν από τις μεγαλύτερες, η αστυνομία κατάφερε να συλλέξει κρίσιμα στοιχεία που οδήγησαν στην αυστηρή αντιμετώπιση των συλληφθέντων από τη Δικαιοσύνη.
Οι εικόνες που δημοσιοποίησε η ΕΛ.ΑΣ. αποκάλυψαν ότι τα ναρκωτικά ήταν θαμμένα σε απομακρυσμένη δασική περιοχή, τουλάχιστον δύο χιλιόμετρα μακριά από τα σπίτια όπου γινόταν η διακίνηση. «Η ανεύρεση της κρύπτης ήταν από τα πιο δύσκολα σημεία της επιχείρησης, καθώς έπρεπε να παρακολουθήσουμε τις κινήσεις των υπόπτων χωρίς να γνωρίζουμε το ακριβές σημείο», εξηγεί αστυνομικός που είχε ενεργό ρόλο στην έρευνα.
Η έρευνα ξεκίνησε τρεις μήνες νωρίτερα, με τους αστυνομικούς να παρακολουθούν προσεκτικά τη δραστηριότητα στα σπίτια των υπόπτων – από πολυτελείς κατοικίες μέχρι πρόχειρα καταλύματα. Καθημερινά, δεκάδες άτομα, κυρίως χρήστες ναρκωτικών, επισκέπτονταν τους χώρους αυτούς, ενώ περισσότερα από 200 αυτοκίνητα χρησιμοποιήθηκαν από τη σπείρα για μετακινήσεις και μεταφορές ουσιών.
Ένα ενδιαφέρον στοιχείο ήταν ο ρόλος των γυναικών, που αναλάμβαναν τη μεταφορά των ναρκωτικών από την κρύπτη στα σπίτια. «Οι συνοδηγοί ήταν πάντα γυναίκες, οι οποίες παρέμεναν στο σημείο για λίγα λεπτά και επέστρεφαν στα οχήματα, κρατώντας πάντα τα χέρια τους μπροστά στο στήθος, σαν να έκρυβαν κάτι πολύτιμο», περιγράφει αστυνομικός της επιχείρησης.
Παρά την κατάσχεση του 1,5 κιλού ηρωίνης, οι αρχές δεν βρήκαν μεγάλα χρηματικά ποσά, παρότι εκτιμούν πως τα έσοδα της σπείρας ξεπερνούσαν τις 10.000 ευρώ την εβδομάδα. «Οι εγκληματικές οργανώσεις αποφεύγουν πλέον να διατηρούν μετρητά στα σπίτια τους, καθώς γνωρίζουν ότι αν τα εντοπίσουμε, θα υποστούν μεγάλο πλήγμα», σημειώνει αξιωματικός της αστυνομίας.
Για τον λόγο αυτό, οι διωκτικές αρχές στρέφονται σε νέες μεθόδους, όπως το άνοιγμα τραπεζικών λογαριασμών και θυρίδων, μέσω αιτημάτων στην Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, οι αστυνομικοί προχωρούν σε επιτόπιες έρευνες σε υπαίθριους χώρους, ψάχνοντας κρυμμένα χρηματικά ποσά, τα οποία οι διακινητές συχνά θάβουν για να διαφύγουν από τις αρχές.
Η πρόσφατη αυτή υπόθεση αναδεικνύει τόσο τις νέες στρατηγικές που εφαρμόζουν οι εγκληματικές οργανώσεις όσο και τις προσαρμογές των αρχών για την αντιμετώπισή τους. Το αν αυτή η πιο αυστηρή προσέγγιση της Δικαιοσύνης θα συνεχιστεί και σε μελλοντικές υποθέσεις, μένει να φανεί.













