
Η δήλωση του δημάρχου Φυλής πως «ο κίνδυνος να γίνουμε Νάπολη είναι ορατός», μετά την απόφαση για τη συνέχιση της λειτουργίας του ΧΥΤΑ που τόσο έχει ταλαιπωρήσει τους κατοίκους των Άνω Λιοσίων αλλά και των τριγύρω περιοχών, επαναφέρει στη μνήμη μια από τις πιο σοβαρές κρίσεις απορριμμάτων στην Ευρώπη των τελευταίων 20 χρόνων: τα όσα βίωσε η Νάπολη την τριετία 2007-2010 και ειδικά την περίοδο 2007–2008, αποτελούν ένα μνημειώδες παράδειγμα αστικής και περιβαλλοντικής κρίσης στην Ευρώπη, που αγγίζει όχι μόνο τεχνικά θέματα, αλλά θέτει υπό αμφισβήτηση θέματα πολιτικά, θέματα δικαιοσύνης και κοινωνικής συνοχής.
Τι ακριβώς είχε συμβεί τότε;
Στα τέλη του 2007 και στις αρχές του 2008, η Νάπολη βρέθηκε στο χείλος της κατάρρευσης: περισσότεροι από 100.000 τόνοι σκουπιδιών είχαν συσσωρευτεί στους δρόμους, οι ΧΥΤΑ της περιοχής είχαν φθάσει προ πολλού στα όριά τους και οι υποδομές επεξεργασίας ήταν ανεπαρκείς, την ώρα που η ανακύκλωση ήταν σχεδόν ανύπαρκτη.
Τα σκουπίδια έμεναν στους δρόμους για εβδομάδες, δημιουργώντας έντονη δυσοσμία και φυσικά μια υγειονομική βόμβα έτοιμη να εκραγεί. Η καθημερινότητα ήταν μια… κόλαση και περιλάμβανε πυρκαγιές, εξάπλωση τρωκτικών και παρασίτων, και μια ανυπόφορη δυσοσμία που επηρέαζε ολόκληρη την πόλη. Τραυματισμοί και επεισόδια ήταν φαινόμενα καθημερινά, υπό το «βάρος» των σκουπιδιών που κατέκλυζαν τους δρόμους. Η Ευρωπαϊκή Ένωση εξέδωσε αυστηρές προειδοποιήσεις για την παρατεινόμενη κρίση, καθιστώντας το ζήτημα διεθνούς εμβέλειας.
Στην Πιανούρα δυτικά της Νάπολης, άνδρες της αστυνομίας επενέβησαν για να διαλύσουν πλήθος κατοίκων που αντιδρούσε για λόγους δημόσιας υγείας στην επαναλειτουργία χωματερής ώστε να απορροφηθούν οι δεκάδες χιλιάδες τόνοι σκουπιδιών που σχηματίζουν λόφους στους δρόμους. Οι διαδηλωτές άρχισαν να πετούν πέτρες στους αστυνομικούς που κινήθηκαν για να απομακρύνουν ένα από τα οδοφράγματα που είχαν τοποθετήσει οι κάτοικοι στο δρόμο που οδηγεί στη χωματερή. Ανάλογα επεισόδια σημειώθηκαν όταν οι αστυνομικοί προχώρησαν σε δεύτερο οδόφραγμα, το οποίο γκρέμισαν με εκσκαφείς, με τους τραυματίες να είναι δεκάδες.
Παρόμοια περιστατικά συνέβησαν και τον Οκτώβρη του 2010 αν και όχι τόσο μεγάλης έκτασης: δύο αστυνομικοί και τρεις καραμπινιέροι τραυματίσθηκαν κατά τη διάρκεια συγκρούσεων ανάμεσα στις ιταλικές δυνάμεις ασφαλείας και διαδηλωτές που αρνούνται το άνοιγμα νέας χωματερής στο Τσερτσίνιο, κοντά στη Νάπολη. Επί πολλές ώρες οι διαδηλωτές πετούσαν πέτρες, πυροτεχνήματα και κροτίδες εναντίον των αστυνομικών και των καραμπινιέρων που απαντούσαν οπλίζοντας και κάνοντας χρήση δακρυγόνων. Για μία εβδομάδα όλοι οι δρόμοι προς τη χωματερή του Τσερτσίνιο, σε απόσταση 20 χιλιομέτρων νοτιο-ανατολικά της Νάπολης, είχαν αποκλεισθεί από κατοίκους που αρνούνταν το άνοιγμα και δεύτερης χωματερής στην περιοχή τους, έπειτα από τον κορεσμό της πρώτης. Αυτά είναι μόνο μερικά από τα δεκάδες περιστατικά που σημειώθηκαν στην ευρύτερη περιοχή της Νάπολης, με αφορμή την ανεξέλεγκτη κατάσταση των απορριμμάτων που παρά λίγο να διαλύσουν μια κοινωνία.
Φυσικά το πρόβλημα στην Καμπανία δεν δημιουργήθηκε σε μια βραδιά. Επρόκειτο για συσσώρευση δυσλειτουργιών αναφορικά με τη διαχείριση των απορριμμάτων, καθώς για δεκαετίες λαμβάνονταν προσωρινά μέτρα χωρίς μόνιμες λύσεις, που φυσικά έκαναν σταδιακά τα προβλήματα όλο και μεγαλύτερα (προφανείς οι παραλληλισμοί και οι συγκρίσεις με την πρόσφατη απόφαση για τον ΧΥΤΑ Φυλής).
Τα αίτια για την κατάσταση στην οποία περιήλθε η πόλη του ιταλικού νότου, πολλά: έλλειψη υποδομών (καθώς λίγοι και ανεπαρκείς ΧΥΤΑ και καθυστερήσεις στην κατασκευή εργοστασίων επεξεργασίας και καύσης δεν επέτρεπαν βιώσιμη λύση), εμπλοκή της Καμόρα, εικονικές συμβάσεις και μεγάλες μπίζνες, απέκλειαν κάθε διαφανή διαχείριση, ενώ παράλληλα προέκυπταν τοπικές αντιδράσεις που εμπόδιζαν τη δημιουργία νέων ΧΥΤΑ ή εργοστασίων καύσης.
Όλοι αυτοί οι παράγοντες δημιούργησαν ένα πλήρες θεσμικό και λειτουργικό αδιέξοδο, με την εικόνα της Νάπολης να γίνεται διεθνές σύμβολο κρίσης, καθώς προέκυψαν… χίλια μύρια: Αρχικά οι σοβαροί υγειονομικοί κίνδυνοι για τους κατοίκους που οδήγησαν μέσα σ’όλα σε μεγάλο πλήγμα στον τουρισμό και την τοπική οικονομία. Οι σκηνές των γεμάτων σκουπίδια δρόμων έκαναν τον γύρο του κόσμου. Η κατάσταση ήταν κάτι παραπάνω από σοβαρή, με την κυβέρνηση να κηρύττει κατάσταση έκτακτης ανάγκης, ενώ ο στρατός παρενέβη για να καθαρίσει κεντρικές περιοχές με μπουλντόζες και εκσκαφείς.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το πρόβλημα των απορριμμάτων στη Νάπολη δεν ήταν απλώς τα «βουνά σκουπιδιών στους δρόμους», αλλά μια μαφιόζικη επιχείρηση με μεγάλα οικονομικά συμφέροντα πίσω της. Η τοπική μαφία Καμόρα εκμεταλλευόταν τη διαχείριση αποβλήτων για να βγάζει τεράστια κέρδη, εισάγοντας παράνομα (ακόμα και τοξικά) σκουπίδια απ’ όλη την Ευρώπη. Σκουπίδια που έθαβε στην ύπαιθρο και σε παράνομες χωματερές στην περιοχή γύρω από τη Νάπολη και τον Βεζούβιο, συχνά μέσα ή κοντά σε προστατευόμενες περιοχές.
Όταν οι αρχές προσπάθησαν να λύσουν το πρόβλημα ανοίγοντας νέες χωματερές, οι κάτοικοι ξεσηκώθηκαν, γιατί πίστευαν ότι αυτό απλώς θα νομιμοποιούσε και θα επέκτεινε το μαφιόζικο κύκλωμα σκουπιδιών και θα επιδείνωνε την ήδη βαριά ρύπανση του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας.
Η κρίση όχι μόνο αποκάλυψε τις περιβαλλοντικές και υγειονομικές συνέπειες της μαφίας στον χώρο των «βρώμικων» επιχειρήσεων, αλλά έγινε και σύμβολο για το πώς το οργανωμένο έγκλημα μπορεί να ελέγξει κρίσιμες υπηρεσίες και να βλάψει κοινωνίες ολόκληρες, κάτι που έχει απασχολήσει ευρωπαϊκά δικαστήρια και περιφερειακούς φορείς.
Η σταδιακή λύση του προβλήματος
Στα επόμενα χρόνια, τα δομικά προβλήματα της διαχείρισης απορριμμάτων παρέμεναν παρά τα έκτακτα μέτρα, καθώς η οριστική λύση δεν ήταν μια απλή υπόθεση. Αρχικά, παρά τις αντιδράσεις άνοιξαν νέοι χώροι διάθεσης απορριμμάτων και τα σκουπίδια μεταφέρθηκαν σε άλλες περιοχές ή στο εξωτερικό, επιταχύνθηκαν οι υποδομές, όπως η κατασκευή του εργοστασίου καύσης στο Acerra και χρησιμοποιήθηκε ο στρατός για την επιτήρηση εγκαταστάσεων και την υποστήριξη καθαρισμού. Πολιτικά, το θέμα αντιμετωπίστηκε μέσα από χρονοβόρες διαδικασίες και σοβαρές αποφάσεις που στάθηκαν ικανές να ορθώσουν ανάστημα έναντι του οργανωμένου εγκλήματος, προκειμένου το ζήτημα της διαχείρισης των σκουπιδιών να ξεφύγει από «επικίνδυνα χέρια», όσο αυτό ήταν εφικτό.
Πλέον η κατάσταση είναι εμφανώς βελτιωμένη, καθώς οι υπηρεσίες αποκομιδής έχουν επανέλθει και πλέον η πόλη δεν αντιμετωπίζει μαζικούς σωρούς σκουπιδιών στους δρόμους όπως στην κρίση των τελευταίων δεκαετιών. Η δημοτική αρχή, μετά τα βαρύτατα πρόστιμα που επιβλήθηκαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση, εφαρμόζει πλέον «door to door» σύστημα συλλογής απορριμμάτων σε πολλές γειτονιές, με συγκεκριμένο πρόγραμμα για χαρτί, οργανικά, πλαστικά κ.λπ. ώστε να ενισχυθεί η ξεχωριστή συλλογή.
Η ανακύκλωση στη Νάπολη είναι βελτιωμένη σε σχέση με το παρελθόν, αλλά εξακολουθεί να είναι κάτω από τον εθνικό στόχο (π.χ. περίπου 44-45% ξεχωριστή συλλογή σε 2024), ενώ υπάρχουν σχέδια για την κατασκευή νέων μονάδων, όπως μονάδα κομποστοποίησης στο Ποντιτσέλι, που αναμένεται να λειτουργήσει τα επόμενα χρόνια για να μειώσει την εξάρτηση από χώρους ταφής.
Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει ότι σήμερα στη Νάπολη είναι όλα… ρόδινα, καθώς τα τελευταία χρόνια η παραγωγή απορριμμάτων έχει αρχίσει να αυξάνεται, την ώρα που η ποιότητα της διαλογής παραμένει πρόβλημα (πολλά λάθη από τους πολίτες, που δυσκολεύουν τη σωστή επεξεργασία). Ωστόσο, η κατάσταση έχει βελτιωθεί πολύ σε σχέση με την κρίση του παρελθόντος, η συλλογή γίνεται κανονικά και η πόλη δεν πνίγεται από σκουπίδια, έχοντας μπει στις «ράγες» του εκσυγχρονισμού και της εκπαίδευσης των πολιτών.
Από τα παραπάνω, μπορεί κανείς να συμπεράνει πως λύσεις υπάρχουν για όλους, αρκεί να υπάρχει όραμα, οργανωμένο σχέδιο και φυσικά πολιτική βούληση. Το παράδειγμα της Νάπολης, το οποίο έθεσε ως παράδειγμα ο Δήμαρχος Φυλής Χρήστος Παππούς μας υπενθυμίζει πως η διαχείριση απορριμμάτων δεν αποτελεί ζήτημα μόνο τεχνικό, αλλά, κυρίως, είναι ένα θέμα δημόσιας υγείας και κοινωνικής ευθύνης. Κάθε απόφαση για τον ΧΥΤΑ Φυλής δεν αφορά μόνο τους κατοίκους της περιοχής, οι οποίοι καθημερινά βρίσκονται αντιμέτωποι με την ανυπόφορη δυσωδία των σκουπιδιών, αλλά ολόκληρη την Αττική: πλέον έχει γίνει κατανοητό ότι δεν υπάρχουν περιθώρια, ούτε για «πανωσηκώματα» ούτε για πρόχειρες λύσεις που απλά μεταθέτουν το πρόβλημα για το μέλλον. Λύσεις απαιτούνται άμεσα, προκειμένου να μην επαναληφθούν γεγονότα όπως αυτά της Νάπολης.













