Κυριακή, 13 Μάρτιος 2016 16:21

Οι πρώτοι Αρβανίτες στην Αττική

Οι Αρβανίτες και μάλιστα αυτοί που είχαν εγκατασταθεί στην Αττική αγαπούσαν την γη και τα ζωντανά γι’ αυτό ήταν αγρότες ή κτηνοτρόφοι. Αφού τακτοποίησαν την στέγη τους δεν έμειναν αργοί. Άρχισαν να ανοίγουν Ρουμάνια (χωράφια με άγρια βλάστηση). Οι αξίνες έπαιρναν φωτιά στα ατσάλινα χέρια τους. Βοηθός στον αγώνα του να διαμορφώσει καλλιεργήσιμη υπήρξε το γαϊδούρι και αργότερα το άλογο. Υπήρχε μεγάλη αγάπη του Αρβανίτη για το άλογο γι’ αυτό και του είχαν δώσει αυτό το υπέροχο όνομα κάλι (εκ του κάλους).

Σχίνα, πουρνάρια , βένια και ότι άλλο άγριο δένδρο ή θάμνος, φορτωνόταν στο ζώο και κατέληγαν στο τζάκι (βάτρα). Σεβόντουσαν τις ιδιοκτησίες των ντόπιων και φρόντιζαν να μην έρχονται σε προστριβές μαζί τους. Παρακολούθησαν τον τρόπο καλλιέργειας της γης των ντόπιων και τους ξεπέρασαν, αγάπησαν τη γη και αυτή τους αντάμειψε, τους έδωσε πλούσιους και νόστιμους καρπούς.

Χαίρονταν όταν ερχόταν η ώρα του θερισμού και χάιδευαν τον ευλογημένο καρπό στα χρυσά του άγανα, γέμιζαν τα πνευμόνια τους με την μυρωδιά της καλαμιάς τα υγρά πρωινά, μύριζαν το φρεσκοσκαμμένο χώμα την στιγμή που άνοιγαν αυλάκι για να οδηγήσουν το νερό να ποτίσει το περιβόλι τους . Έτρωγαν τα φρούτα που έδινε η Αττική γη σκουπίζοντάς τα πρόχειρα στο παντελόνι τους, αφού δεν υπήρχαν φυτοφάρμακα. Με αγάπη φρόντιζαν και τα ζωντανά τους για να τους παρέχουν τα προϊόντα τους να θρέφονται και πουλώντας το περίσσευμα να είναι συνεπείς στους φόρους και τα χαράτσια.

Βοηθούσαν με πάθος, αυταπάρνηση και ιερή υποχρέωση ο ένας τον άλλον. Επί Τουρκοκρατίας μας διηγούντο οι παππούδες μας κορόιδεψαν και εκμεταλλεύτηκαν με μοναδική μαεστρία τον Τούρκο καταχτητή.

Για παράδειγμα όταν οι Τούρκοι κατέγραφαν τους κατοίκους, οι Αρβανίτες δήλωναν τα πιο ευφάνταστα και ακραία επώνυμα που μπορεί να συλλάβει ανθρώπινος νους, και όταν επέστρεφαν οι Τούρκοι να εισπράξουν τους φόρους και φώναζαν τα επώνυμα …τότε έπεφτε ακράτητο γέλιο .Τα επίθετα τα είχαν δηλώσει με αρβανίτικα ονόματα από τα γεννητικά όργανα του ανθρώπου. Έδιναν μεγάλη σημασία στα οπίσθια και όπου χρησιμοποιούσαν τη λέξη έδειχνε υποτίμηση. Έχει καταγραφεί ότι ο Καραϊσκάκης είχε το στρατόπεδό του στα Ταμπούρια, ήταν δε πολύ κοντά με το στρατόπεδο των Τούρκων. Κάθε πρωί, λοιπόν, όταν ο Καραϊσκάκης έβγαινε για έλεγχο του στρατώνα του κι έβλεπε ότι το ίδιο έκανε και ο Τούρκος διοικητής, τότε σήκωνε τη φουστανέλα του και του γύριζε την πλάτη τουρλώνοντας τον πισινό του φωνάζοντας: «Τούρλια πράπααα». Με αυτό ήθελε να δείξει ότι δεν τους υπολόγιζε, ότι ήταν τιποτένιοι.

Τα τραγούδια. Κανένα κλέφτικο ή δημοτικό τραγούδι (από μια έρευνα) δεν έχει αρβανίτικα λόγια, αλλά τα ερμήνευαν, στις περισσότερες περιπτώσεις Αρβανίτες ερμηνευτές, Γ. Παπασιδέρης, Γεωργία Μητάκη και άλλοι.. Το κλέφτικο τραγούδι τραγουδιόταν από Αρβανίτες ,αλλά σε τέλεια Ελληνικά, διότι ήταν τραγούδι με εθνική σημασία και έπρεπε ήταν κατανοητό. Ενώ τα χορευτικά τους κομμάτια ήταν αρβανίτικα. Μάλιστα, αν γινόταν ένας γάμος μεταξύ Αρβανιτών, τότε έπαιζαν μόνον αρβανίτικα τραγούδια, αλλά στην περίπτωση που ένας εκ των δύο δεν ήταν Αρβανίτης, τότε τα τραγούδια γίνονταν δίγλωσσα.

Η μπέσα. Όταν έδιναν οι Αρβανίτες λόγο, έπρεπε ταυτόχρονα να υπάρχει και σφίξιμο των χεριών. Η μπέσα δεν χρειαζόταν τρίτο πρόσωπο για να επιβεβαιώσει το γεγονός. Και δεν υπήρχε επιστροφή ούτε μετάνοια αφότου δινόταν.

Η υπακοή όλου του σογιού στον μεγαλύτερο και σοφότερο. Καθόλου δημοκρατικές διαδικασίες, αλλά έτσι ήταν τα πράγματα τότε. Τις όποιες αποφάσεις τις έπαιρνε ο άντρας και οι υπόλοιποι υπάκουαν τυφλά. Συνήθως όποιος αντιδρούσε έφευγε από μόνος του, δεν διωκόταν ποτέ, ούτε αποβαλλόταν από το σόι. Στους Αρβανίτες δεν υπήρχε βεντέτα. Ότι έγινε-έγινε, αναμέτρηση ήταν και τελείωσε. Εκτός αν κάποιος είχε επιτέθηκε ύπουλα ή όπως λένε οι ίδιοι παμπέσικα (χωρίς «μπέσα» δηλαδή). Ο παμπέσης μετά την ενέργειά του αυτή αποβάλλονταν από το σόι, δεν είχε, δηλαδή, την στήριξή τους.

Ο Αρβανίτης σχεδόν ποτέ τουλάχιστον μέχρι το 1980 δεν μπήκε σε ξένο σπίτι να κλέψει. Γι’ αυτό και μέχρι πριν από λίγα χρόνια δεν κλείδωναν στα χωριά ποτέ τα σπίτια τους. Δεν θυμάμαι τον παππού και τον πατέρα μου να κρατούν κλειδιά για να μπουν στο σπίτι. Λέγεται ότι αν στον κάμπο λιμπιζόντουσαν ένα ώριμο φρούτο σε ξένο κτήμα το έκοβαν, αλλά ποτέ να το εμπορευθούν.

 

Σοφία Γκλιάτη-Χασιώτη

Τελευταία Νέα